Ο χρόνος σταμάτησε στην Ύδρα, την άνυδρη. Είδε τις πέτρες να υψώνονται σε περήφανα αρχοντόσπιτα. Είδε καράβια να φτιάχνουν τρανούς καραβοκυραίους και μετέπειτα γενναίους αγωνιστές. Είδε τα πόδια των ανθρώπων να τραβούν αντάμα με αυτά των συμπαθών γαϊδαράκων τις ίδιες ανηφοριές και να μοιράζονται την ανάσα, τον ιδρώτα, τον κόπο,το βάρος. Ο χρόνος τραγούδησε καντάδες στα στενά σοκάκια. Έψησε φρέσκο ψωμί στο φούρνο του κυρ Αντώνη. Χόρεψε μπάλο τις κοπελιές κι ήπιε γλυκό κρασί με τους λεβέντες πριν κινήσουν για τ' ανοιχτά πελάγη. Ο χρόνος βούτηξε απ' τα βράχια στην καταγάλανη θάλασσα και βγήκε κρατώντας ένα μικρό πήλινο ειδώλιο. Ένα παιδί καβάλα σ' ένα δελφίνι...
-Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη; μου ψιθύρισε γλυκά στ' αφτί και σαν απαλή αύρα πέρασε από πάνω μου κι εχάθη . Χαμογέλασα αινιγματικά κι ήπια στην υγειά του. Ήξερα πως θα τον βρω ξανά... Ο χρόνος σταμάτησε στην Ύδρα....